Γράφει ο Κώστας Ευαγγελάτος,
Ο Έγκον Σίλε γεννήθηκε το 1890 στην Κάτω Αυστρία. Ο πατέρας του Άντολφ εργαζόνταν στους Αυστριακούς Σιδηροδρόμους. Η μητέρα του, Μαρί Σουκούποβα ήταν γεννημένη στη Βοημία. Όταν ο Σίλε ήταν 15 ετών, ο πατέρας του πέθανε από σύφιλη και κηδεμόνας του έγινε ο θείος του Λέοπολντ Τσίχατσεκ, ο οποίος, αν και ήταν δυσαρεστημένος που ο Σίλε δεν ενδιαφερόταν για τις ακαδημαϊκές του επιδόσεις, αναγνώρισε το ταλέντο του στη ζωγραφική.
Το 1906 ξεκίνησε να σπουδάζει στην Σχολή Καλών Τεχνών της Βιέννης ωστόσο, την επόμενη χρονιά, ο Σίλε εγκατέλειψε την σχολή, καθώς ήταν απογοητευμένος από την παραδοσιακή αυστηρότητα της. Σε ηλικία 17 ετών ο Σίλε συνάντησε τον 45χρονο κορυφαίο ζωγράφο Γκούσταβ Κλίμτ, και αναγνώρισε σε αυτόν τον πνευματικό του πατέρα.

Ο Γκούσταβ Κλιμτ, ο οποίος από το 1907 είχε ενδιαφερθεί ιδιαίτερα και εμψύχωνε για το ταλέντο του τον νεαρό Σίλε αγόρασε ορισμένους πίνακες του και τον εισήγαγε σε ένα εργαστήριο που ήταν συνδεδεμένο με τον «Ζετσεσιονισμό», το κίνημα απόσχισης από την επίσημη ένωση καλλιτεχνών της αυστριακής τέχνης.
Το πρώιμο έργο του Σίλε προκάλεσε και παρεξηγήθηκε, τα γυμνά του καταδικάστηκαν και τελικά συνελήφθη με την κατηγορία της προτίμησης του για ανήλικα μοντέλα και γυναίκες ελευθερίων ηθών. Τριάντα πίνακες του με γυμνά κατασχέθηκαν τότε από την αστυνομία.

Ένας από τους διασημότερους πίνακες του το 1912 είναι «Ο Επίσκοπος και η Μοναχή», μια ειρωνική, βίαιη και καυστική παράφραση του περίφημου «Φιλιού» του Κλίμτ. Αρκετά από τα έργα του χαρακτηρίστηκαν ακόμη και πορνογραφικά. Κατηγορούμενος για αυτό το λόγο ο Σίλε δικάστηκε και τελικά φυλακίστηκε για τρεις μέρες επειδή ορισμένοι από τους πίνακες του είχαν εκτεθεί σε χώρο που ήταν προσβάσιμος σε παιδιά.
Σε έναν πίνακα του μάλιστα είχε απεικονίσει την σύντροφο του σε εναγκαλισμό με τον ανιψιό της. Όσο ήταν φυλακισμένος ζωγράφισε 12 πίνακες που απεικόνιζαν τις δυσκολίες της καθημερινής ζωής στην φυλακή.

Ο Σίλε το 1915 παντρεύτηκε την Εντίθ Χαρμς, η οποία πόζαρε σε αρκετές συνθέσεις του. Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κλήθηκε να υπηρετήσει στην Πράγα. Πολλοί στρατιωτικοί αναγνώρισαν το ιδιαίτερο ζωγραφικό ταλέντο του και γι’ αυτό τού συμπεριφέρθηκαν ευνοιακά.
Όμως το Φθινόπωρο του 1918, είχε ξεσπάσει η Ισπανική γρίπη, που σκότωσε περίπου 20.000.000 άτομα στην Ευρώπη. Δυστυχώς η σύζυγός του Εντίθ, που ήταν 6 μηνών έγκυος, προσβλήθηκε από αυτήν. Πέθανε στις 28 Οκτωβρίου, ενώ εκείνος πέθανε στις 31 Οκτωβρίου 1918, τρεις μόνο μέρες μετά τον θάνατο της, μόλις στα 28 του χρόνια. Κατά το διάστημα των τριών ημερών μεταξύ του θανάτου της συζύγου του και του δικού του, ζωγράφισε ορισμένα σκίτσα της Εντίθ, τα οποία ήταν τα τελευταία του έργα.

Ο νεαρός αλλά σπουδαίος Αυστριακός ζωγράφος άφησε 300 πίνακες, 17 γκραβούρες και λιθογραφίες, πολλά γλυπτά και περίπου 3.000 σχέδια, ακουαρέλες και γκουάς. Οι γραμμές των συνθέσεων του διαγράφονταν καθαρές, έντονες και βίαιες. Τα σώματα που απεικόνιζε ήταν σχεδόν σκελετικά ή έντονα αισθησιακά. Τα πορτρέτα παιδιών και ειδικά οι αυτοπροσωπογραφίες του έχουν ασυνήθιστες πόζες, σχεδόν σαν καρικατούρες.
Ο Σίλε είχε μελετήσει τις στάσεις ορισμένων τρελών σε ένα ψυχιατρικό άσυλο. Εμπνεύστηκε επίσης τις ιδιότυπες φιγούρες του από τις μαριονέτες. Ζωγράφισε περίπου 100 προσωπογραφίες του, κυρίως γυμνά, με πρόσωπο και σώμα σχεδόν αποστεωμένα, ή σημαδεμένα από εντυπωσιακό στραβισμό, σαν λογοπαίγνιο για το οικογενειακό του όνομα. Το ρήμα «schielen» σημαίνει αλληθωρίζω στα γερμανικά και πολλοί κριτικοί στην εποχή του, εχθρικοί στο έργο του, τον αποκαλούσαν έτσι.

Ο Σίλε δημιούργησε το εκθαμβωτικό και τολμηρό έργο του σε μια εποχή όπου τα πάντα ήταν σε αναβρασμό: πολιτικές ιδέες, τέχνη, λογοτεχνία, μουσική. Δανείστηκε στοιχεία από τον ερωτισμό του Κλιμτ, αλλά τον απογείωσε, με την εκφραστική άνεση του, με τις απεικονιστικές στρεβλώσεις του, με τις επιτηδευμένες επιμηκύνσεις στις γυμνές φόρμες και κυρίως με τον σεξουαλικό ρεαλισμό του. Ήταν σπουδαίος στις αυτοπροσωπογραφίες του, εξαιρετικός στον τρόπο που χρησιμοποιούσε το χρώμα και ανατρεπτικός στις συνθέσεις του. Αλλά ίσως το πιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Σίλε είναι η σχεδιαστική του δεινότητα και η γεμάτη αυτοπεποίθηση έμφαση των γραμμών του.
Στην τραγικά σύντομη ζωή του και στα μόλις δέκα χρόνια ανεξάρτητης καλλιτεχνικής δραστηριότητας (1908-1918) που έζησε, παρήγαγε μια πλούσια καλλιτεχνική κληρονομιά, η οποία περιλαμβάνει και τα επιμέρους διάσπαρτα έργα στα σημειωματάρια του. Οι πίνακες του χαρακτηρίζονται κυρίως από ψυχογραφική ένταση και ανατομική δυσπλασία. Χαρακτηρίστηκε επίσης και συγκαταλέγεται, ως ζωγράφος του εξπρεσιονιστικού κινήματος, αν και είχε στυλιστικές επιρροές από την Αρ Νουβώ.

Το Μουσείο Λέοπολντ της Βιέννης περιέχει την μεγαλύτερη συλλογή έργων του, με πάνω από 200 εκθέματα. Άλλες σημαντικές συλλογές έργων του βρίσκονται στο Μουσείο Έγκον Σίλε στη γενέτειρά του Τουλν αν ντερ Ντόναου και στην Πινακοθήκη Μπελβεντέρε στη Βιέννη. Το 2017 πραγματοποιήθηκε σημαντική αναδρομική έκθεση έργων του στο Μουσείο Albertina που κατέδειξε εμπεριστατωμένα το μέγεθος της ριψοκίνδυνης προσφοράς και της επιρροής του. Θεωρήθηκε η πιο ολοκληρωμένη παρουσίαση των έργων του Αυστριακού καλλιτέχνη από το 1948.
Η έκθεση αυτή κατέδειξε σταδιακά και αναλυτικά την αισθητική προοπτική για την υφολογική εξέλιξη του Σίλε κατά την διάρκεια μιας έντονα παραγωγικής δεκαετίας που έληξε απότομα από τον πρόωρο θάνατό του. Παρουσίασε αναλυτικά κάθε στάδιο της καριέρας του, από τα πρώτα του έργα, ενώ σπούδαζε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης που ήταν επηρρεασμένα σε μεγάλο βαθμό από την συμβολιστική και διακοσμητική αύρα των έργων του Κλίμτ και τον βιεννέζικο Μοντερνισμό της Απόσχισης. Ολοκληρώθηκε με το εκφραστικό βιωματικό φάσμα και την παραστατική ροπή των έργων των τελευταίων χρόνων της ζωής του, που χαρακτηρίζονται από εξπρεσιονιστική σωματική περιγραφή, ριζοσπαστική χρήση του χρώματος και συνταρακτικά ερωτικά μοτίβα με φόρμες που αναπνέουν.




