Γράφει ο Κώστας Ευαγγελάτος
Ο Μαρκ Ρόθκο / Mark Rothko γεννήθηκε ως Μάρκους Ρόθκοβιτς το 1903 στη Λετονία από Ρωσοεβραίους γονείς. Το 1910, ο φαρμακοποιός πατέρας του, μετανάστευσε στο Πόρτλαντ των Η.Π.Α. και τρία χρόνια μετά μετανάστευσε εκεί όλη οικογένεια. Ο Μάρκ μετά τον πρόωρο θάνατο του πατέρα του το 1913 δούλεψε στο εργοστάσιο του θείου του και πουλούσε εφημερίδες. Το 1921 ολοκλήρωσε νεαρός την εκπαίδευση του, και έγινε ενεργό μέλος του εβραϊκού κοινοτικού κέντρου. Ο Rothko πέτυχε υποτροφία στο Πανεπιστήμιο Γέιλ, στο τέλος όμως του 1922, η υποτροφία δεν ανανεώθηκε.
Το 1923 εγκατέλειψε τις σπουδές του στο Γέιλ, το οποίο έβρισκε ελιτίστικο και πήγε στη Νέα Υόρκη. Εκεί γράφτηκε στο Parsons-The New School for Design, όπου ένας από τους δασκάλους του ήταν ο περίφημος Arshile Gorky. Πήρε επίσης μαθήματα στο Art Students League, από τον μετακυβιστή καλλιτέχνη Max Weber. Κάτω από την κηδεμονία του Weber, ο Rothko άρχισε να βλέπει την τέχνη ως εργαλείο συναισθηματικής και θρησκευτικής έκφρασης. Δημιουργούσε σκηνές και εικόνες του πολυσύχναστου αστικού τρόπου ζωής και οι πίνακές του αυτής της περιόδου εκπέμπουν μυστήριο, έντονα συναισθήματα αλλά και εμφανή μοναχικότητα. Βασίστηκε στα έργα σουρεαλιστών και εξπρεσιονιστών εικαστικών. Η συντριπτική πλειοψηφία των Σουρεαλιστικών του έργων ήταν στην αρχή της καριέρας του, έντονα επηρεασμένα από ψυχολογικά ενδιαφέρουσες ιδέες, πλάσματα και στοιχεία που ήταν μάλλον εξωφρενικά, επηρεασμένος από τους σουρεαλιστές δημιουργούς Joan Miro, Salvador Dali, Max Ernst καθώς και την χρωματολογία του Paul Klee.

Κατά τη περίοδο του Παγκοσμίου Πολέμου άρχισε να παρουσιάζει αγχωτικές εικόνες επιβίωσης και θανάτου καθώς και έργα του που είχαν τις ρίζες τους σε διάφορες θρησκείες και αρχαία μυθικά θέματα. Το στυλ του Rothko μεταβλήθηκε με προσανατολισμό του την πνευματική διάθεση σύγχρονων αφηρημένων καλλιτεχνών όπως ο νεοπλαστικιστής Mondrian. Ένα από τα μεγαλύτερα γεγονότα που διαμόρφωσαν τη σταδιοδρομία του ήταν όταν προσχώρησε με τους Τζάκσον Πόλοκ, Βίλεμ ντε Κούνινγκ και άλλους, όπως ο ελληνοαμερικανός φίλος του Θεόδωρος Στάμος, στην ομάδα των αντισυμβατικών αφηρημένων εξπρεσιονιστών. Ο όρος «αφηρημένος εξπρεσιονισμός» διατυπώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1920 χαρακτηρίζοντας ζωγραφική ενότητα του Ρώσου ζωγράφου και θεωρητικού Wassily Kandinsky. Στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε για να ενθυλακώσει οποιοδήποτε μη παραστατικό αντικειμενικό καλλιτεχνικό ύφος της εποχής που προκάλεσε συναίσθημα και αίσθηση χρησιμοποιώντας χρώμα και κίνηση.
Όπως πολλοί καλλιτέχνες της πρωτοπορίας, ο Ρόθκο γοητεύτηκε και άντλησε έμπνευση από το μυστηριακό έργο των ψυχαναλυτών Σίγκμουντ Φρόυντ και Καρλ Γιουνγκ. Αναζητώντας νέα θέματα διάβασε τα δοκίμια του Γιούνγκ και το διάσημο έργο του Φρόυντ «Η ερμηνεία των ονείρων» και προσπάθησε να διερευνήσει τις δραματικές δυνατότητες του μύθου. Αναζήτησε δημιουργική έμπνευση στον αρχαϊκό συμβολισμό, τα όνειρα, τους αρχαίους μύθους, την εσωτερική θεολογία και το συλλογικό ασυνείδητο. Στα πρώτα χρόνια της καλλιτεχνικής του πορείας ζωγράφιζε πορτρέτα, τοπία, σκηνές της πόλης και εσωτερικούς χώρους με ανθρώπινες μορφές. Κατά τη δεκαετία του 1940, όμως, το ύφος του άλλαξε σημαντικά. Επηρεάστηκε από τον Σουρεαλισμό, την αρχαία μυθολογία και το ενδιαφέρον για το ανθρώπινο υποσυνείδητο. Παράλληλα, αναζητούσε έναν τρόπο να εκφράσει μέσα από τη ζωγραφική θεμελιώδη ανθρώπινα συναισθήματα. Γύρω στο 1947-1950 ο Ρόθκο δημιούργησε μεγάλες ορθογώνιες χρωματικές επιφάνειες , οι οποίες φαίνονται να αιωρούνται πάνω σε ένα μεγαλύτερο χρωματικό φόντο. Τα περιγράμματά τους είναι ασαφή και απαλά, δημιουργώντας την εντύπωση ότι τα χρώματα πάλλονται, ακτινοβολούν ή μετακινούνται.

Σημαντικό έργο της ώριμης περιόδου του είναι το «Παρεκκλήσι Ρόθκο» στο Χιούστον του Τέξας. Για τον χώρο αυτό δημιούργησε δεκατέσσερις μεγάλους πίνακες, κυρίως σε σκούρες αποχρώσεις. Τα έργα τοποθετήθηκαν σε έναν λιτό χώρο που ενθαρρύνει τη σιωπή και την περισυλλογή. Το 1961, το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στη Νέα Υόρκη διοργάνωσε την πρώτη μεγάλη αναδρομική του έκθεση, μια έκθεση που ταξίδεψε στη συνέχεια σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις (Λονδίνο, Βασιλεία, Άμστερνταμ, Βρυξέλλες, Ρώμη και Παρίσι). Σε ηλικία 66 ετών ο Ρόθκο βρέθηκε νεκρός στο διαμέρισμα του στη Νέα Υόρκη έχοντας κόψει το δεξί του χέρι με ξυράφι. Η αυτοκτονία του ήρθε μετά το χωρισμό του με την δεύτερη σύζυγό του και προσωπικές διενέξεις με συνεργάτες του. Ήταν ήδη γνωστό ότι ο Ρόθκο ήταν καταθλιπτικός.

Σύμφωνα με τον Rothko σκοπός του καλλιτέχνη είναι να προβάλλει τον κόσμο στο θεατή μέσα από τη δική του σκοπιά, και παραδέχεται πως δεν μπορεί να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι κριτικοί. Παράλληλα εντυπωσιάζει και η αφαιρετική αλλαγή στις νεότερες συνθέσεις του. θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού και της ζωγραφικής των χρωματικών πεδίων / Color Field Painting.
Το έργο του χαρακτηρίζεται εμβληματικά από μεγάλες επιφάνειες χρώματος, απλές γεωμετρικές μορφές και μια έντονη αίσθηση σιωπής και περισυλλογής. Παρόλο που οι πίνακές του φαίνονται αρχικά απλοί, ο Ρόθκο επιδίωκε να προκαλέσει στον θεατή βαθιά συναισθήματα και να δημιουργήσει μια άμεση, σχεδόν βιωματική σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και το έργο τέχνης. Η ιδιαίτερη αξία του έργου του βρίσκεται στη σχέση που δημιουργεί ανάμεσα στον πίνακα και τον θεατή. Οι μεγάλες χρωματικές επιφάνειες, η σιωπή και η απουσία συγκεκριμένων μορφών επιτρέπουν διαφορετικές προσωπικές αναγνώσεις. Γι’ αυτό η τέχνη του Ρόθκο εξακολουθεί να προκαλεί συζητήσεις και να έχει σημαντική θέση στη σύγχρονη ιστορία της τέχνης. Η ζωγραφική του δεν επιδιώκει να αναπαραστήσει κάτι ορατό, αλλά να μετατρέψει το χρώμα και την ίδια την πράξη της θέασης σε βαθιά ανθρώπινη εμπειρία.

Σημαντική υπήρξε η μεγάλη αναδρομική του στο Fondation Louis Vuitton στο Παρίσι, 2023 – 2024. Φέτος παρουσιάστηκαν πολλά έργα του σε μουσειακούς χώρους της Φλωρεντίας, σε οικουμενικό διάλογο με έργα του Φρα Αντζέλικο και του Μιχαήλ Αγγέλου καταδεικνύοντας την διαχρονική πνευματική διάσταση των συνθέσεων του.



