Γεννημένη και μεγαλωμένη στη Λάρισα, η Μαίρη Κλαμπούρα σπούδασε στο τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών και σκηνοθεσία στη Σχολή Κινηματογράφου και Τηλεόρασης Λυκούργου Σταυράκου στην Αθήνα. Επιπλέον, έχει ασχοληθεί με τη φιλοσοφία και την ψυχολογία, κλάδοι που φαίνεται να έχουν επηρεάσει και το ύφος της δουλειάς της. Έχοντας πρόσφατα κυκλοφορήσει την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Δαφοινόν δέρμα» από τις εκδόσεις Μετρονόμος και με έναν αριθμό ταινιών μικρού μήκους στη «φαρέτρα» της («Ouroboros», «Anodyne», «Ostomachion the battle of the bones» και «The Mannequin»), η ίδια αισθάνεται τόσο ποιήτρια όσο και σκηνοθέτιδα και στην ερώτηση του τι από τα δυο τελικά θέλει να είναι, απαντά με το απόφθεγμα του Όρσον Γουέλς: «Μια ταινία δεν είναι αρκετά καλή, αν η κάμερα δεν είναι το μάτι στο κεφάλι ενός ποιητή». Με αφορμή την επερχόμενη παρουσίαση του βιβλίου της στο βιβλιοπωλείο Κομπραί, η Μαίρη Κλαμπούρα μας μιλά για την ποίησή της, την λυρική και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ματιά των ταινιών της, τις επιρροές της καθώς και τις ανησυχίες της για τη θέση του νέου καλλιτέχνη στις μέρες μας.

– Πώς «γνωρίστηκες» με την ποίηση και τη λογοτεχνία εν γένει;
Γνωρίστηκα και με τα δυο στο σχολείο. Έγραφα από πολύ μικρή στίχους και ιστορίες, και παραδόξως δεν υπήρξε κάποιος στον περίγυρό μου, που να εμφύσησε την έλξη μου προς αυτές τις τέχνες· υπήρξαν όμως τα κατάλληλα αναγνώσματα. Όταν, για παράδειγμα, διάβασα για πρώτη φορά το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ στο γυμνάσιο, επηρεάστηκα βαθιά. Κατα κάποιο τρόπο άλλαξε η ζωή μου. Μέσα στο μυαλό μου, είχε ήδη παρθεί η «απόφαση» να ασχοληθώ με αυτό.
– Οι σπουδές σου ήταν πάνω στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Σε τι βαθμό επηρέασαν οι δύο αυτές τέχνες τα ποιήματά σου;
Σε μεγάλο βαθμό. Αν και νομίζω πως το θέατρο με επηρέασε λίγο περισσότερο· ήμουν πιο μικρή και πειραματιζόμουν με το ύφος, τις θεματικές, το μέτρο· έψαχνα να βρω τον εαυτό μου μέσα από τη γραφή και τα θεατρικά έργα που μελετούσαμε στην σχολή έπαιξαν σίγουρα καθοριστικό ρόλο. Από την άλλη, όταν σπούδαζα κινηματογράφο, το ύφος μου στην ποίηση είχε ήδη -ως έναν μεγάλο βαθμό- αποκρυσταλλωθεί. Επειδή, όμως, έβλεπα και ταινίες από πολύ μικρή, νιώθω πως και ο κινηματογράφος με επηρέασε με έναν ασυνείδητο -σχεδόν υπόκωφο- τρόπο· σαν ένα ποτάμι, που όσο εγώ προχωράω στις όχθες του, τόσο κυλάει κι αυτό μαζί μου.
– Πώς εμπνεύστηκες τον τίτλο και τι σε έκανε να τον επιλέξεις για το πρώτο σου βιβλίο;
Ο τίτλος της συλλογής είναι «Δαφοινόν δέρμα». Ένας καλός μου φίλος, με παρότρυνε να διαβάσω ξανά όλα τα ποιήματα της συλλογής και να παρατηρήσω τι είναι αυτό που, ενδεχομένως, τα ενώνει· το αίμα ήταν εκεί σχεδόν σε κάθε ποίημά μου, όπως και το κόκκινο εν γένει. Η λέξη δαφοινός λοιπόν, σημαίνει βαθυκόκκινος και λεγόταν για αιματοβαμμένα ζώα· όσο για την λέξη δέρμα, η επιλογή της αφορά κάτι πιο προσωπικό, το οποίο θα προτιμούσα να μην αναφέρω εδώ.

– Ποιοι καλλιτέχνες θα έλεγες ότι έχουν ασκήσει μεγαλύτερη επιρροή πάνω σου;
Η Άννα Φρανκ, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο Αρθούρος Ρεμπώ, ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ο Κώστας Καρυωτάκης, ο Ρένος Αποστολίδης, ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, ο Ρομπέρ Μπρεσσόν, ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, ο Ζαν Κοκτώ και πολλοί ακόμη.
– Τα ποιήματα της συλλογής είναι σκοτεινά με μια πολύ ενδιαφέρουσα γκοθ αισθητική. Πολλές φορές μάλιστα φέρνουν στο νου εικόνες που δημιουργούσε με τη γραφή της και η Sylvia Plath. Θα έλεγες πως σε έχει επηρεάσει η εν λόγω λογοτέχνιδα;
Ουάου! Είναι τρομερά τιμητικό και τρομερά κολακευτικό να το ακούς αυτό από κάποιον· αν μη τι άλλο, η Πλάθ είναι μια κατηγορία από μόνη της. Δεν πιστεύω, ωστόσο, πως με έχει επηρεάσει η γραφή της, καθώς δεν την έχω μελετήσει τόσο πολύ όσο θα ήθελα. Μπορεί να είχαμε κάποια κοινά ως χαρακτήρες κι αυτό να δίνει την αίσθηση μιας κάποιας ομοιότητας ύφους στην γραφή; Ίσως. Δεν έχω ιδέα. Μπορώ να πω, όμως, με σιγουριά πως την θαυμάζω πολύ και θέλω να εντρυφήσω περισσότερο στην γραφή της· μάλιστα αυτή την περίοδο διαβάζω το κλασικό μυθιστόρημά της Ο γυάλινος κώδων.
– Πέρα από τη λογοτεχνία, ασχολείσαι σθεναρά και με τις ταινίες μικρού μήκους έχοντας λάβει μάλιστα και αρκετές διακρίσεις. Συνδέονται οι ταινίες με την ποίησή σου;
Μπορεί και να συνδέονται. Έχω ακούσει από κάποιους ανθρώπους να λένε πως η ποιητική μου γλώσσα είναι αρκετά κινηματογραφική, αλλά και πως ο κινηματογράφος μου είναι ποιητικός. Μάλλον είναι αλληλένδετα.
– Όπως ο κινηματογράφος συνδυάζει όλες τις τέχνες, έτσι κι ένας κινηματογραφιστής έχει το «δικαίωμα» να πειραματιστεί με πολλές τέχνες. Ωστόσο, εσύ αισθάνεσαι περισσότερο συγγραφέας ή σκηνοθέτιδα;
Πολύ ωραία ερώτηση και πολύ ωραία την έθεσες! Μου θύμισε ένα «περιστατικό» πριν κάποια χρόνια, στο Instagram, όταν είχα ανεβάσει ένα story (μια ατάκα από μια σκηνή μιας αμερικανικής κωμικής σειράς βασισμένης στην Έμιλι Ντίκινσον) το οποίο έλεγε: “Ι am a poet and there is nothing you can do to stop me”. Κάποιος είχε σχολιάσει στο story αυτό με ειρωνικό ύφος: «Τελικά αποφάσισε τι είσαι, ποιήτρια ή σκηνοθέτης..» Εγώ του απάντησα με ένα απόφθεγμα του Όρσον Γουέλς: «Μια ταινία δεν είναι αρκετά καλή, αν η κάμερα δεν είναι το μάτι στο κεφάλι ενός ποιητή». Με δυο λόγια, αισθάνομαι και τα δυο, και κατά τη γνώμη μου, κανείς δεν έχει δικαίωμα να υποδεικνύει σε κάποιον ποιος πρέπει να είναι και πως πρέπει να νιώθει.

– Έχεις σκεφτεί να στραφείς προς την πεζογραφία στο μέλλον;
Ναι. Μου αρέσει πολύ. Πριν χρόνια, είχα γράψει κάποια διηγήματα, τα οποία φέτος κατάφερα και έβαλα σε μια σειρά· μαζί με τα καινούρια που γράφω τώρα, ευελπιστώ να εμπλουτίσω την συλλογή.
– Πώς βλέπεις τον καλλιτεχνικό χώρο ως νέα δημιουργός; Υπάρχει ύφεση στις τέχνες ή διακρίνεις ήδη μια ανάκαμψη;
Δεν θέλω να ακούγομαι απαισιόδοξη, όμως, είναι δύσκολα τα πράγματα. Δεν βλέπω κάποια πρόοδο ή ανάκαμψη. Οφείλω, ωστόσο, να πω ότι θαυμάζω πολλούς νέους καλλιτέχνες, οι οποίοι μου δίνουν δύναμη να συνεχίζω και να μην το βάζω κάτω· πρέπει να στηρίζουμε ο ένας τον άλλον, όσο μπορούμε.
– Πού βρίσκεσαι αυτό τον καιρό; Υπάρχει κάτι νέο που ετοιμάζεις είτε λογοτεχνικά είτε κινηματογραφικά;
Αυτή τη στιγμή η βάση μου είναι στη Λάρισα, αλλά θα ήθελα να επιστρέψω στην Αθήνα. Κινηματογραφικά, περιμένω να δω αν θα πάρω κάποια χρηματοδότηση, ώστε να λάβουν πνοή οι ιστορίες που έχουν μείνει στο ράφι εδώ και χρόνια. Λογοτεχνικά, ετοιμάζω την συλλογή διηγημάτων που ανέφερα πιο πάνω, και έχω ξεκινήσει να γράφω ένα μυθιστόρημα. Ελπίζω να τα καταφέρω και με τα δυο.



