Συνέντευξη στη Ζέτα Τζιώτη
Η ζωγραφική της Θεοδώρας Κανέλλη δεν επιχειρεί να περιγράψει τον χώρο. Tον ενεργοποιεί. Αναπτύσσεται ως μια διαρκής μετακίνηση ανάμεσα σε τόπους, γλώσσες και αφηγήσεις, όπου η εμπειρία της κατοίκησης δεν είναι ποτέ στατική, αλλά ρευστή, επισφαλής και ταυτόχρονα παραγωγική.
Γεννημένη στη Θεσσαλονίκη και καλλιτεχνικά διαμορφωμένη μέσα από ένα συνεχές aller-retour ανάμεσα στη Γαλλία και την Ελλάδα, η Κανέλλη συγκροτεί ένα εικαστικό λεξιλόγιο που αντλεί από την αρχιτεκτονική σκέψη, τη ζωγραφική χειρονομία και τη θεωρητική έρευνα, χωρίς να υποτάσσεται σε καμία από αυτές.
Ο χώρος στο έργο της δεν λειτουργεί ως φόντο, αλλά ως φορέας μνήμης, αφήγησης και έντασης. Δομείται και αποδομείται μέσα από στρώσεις, επικαλύψεις και χαρτογραφήσεις που θυμίζουν παλίμψηστα: ίχνη προηγούμενων εμπειριών παραμένουν ορατά, συνυπάρχοντας με το παρόν της ζωγραφικής πράξης. Η αρχιτεκτονική της παιδεία διαπερνά τη σύνθεση και την κλίμακα, ενώ η ζωγραφική αναλαμβάνει τον ρόλο μιας τρίτης γλώσσας —ανάμεσα στη μητρική και τη γαλλική— ικανής να εκφράσει όσα διαφεύγουν του λόγου.

Εικαστική εγκατάσταση / performance / βίντεο, σε συνεργασία με την καλλιτέχνιδα Ελένη Ξυνογάλα.
Διαστάσεις: 240 × 350 εκ.
Παρουσιάστηκε στην CASS Fine Art – Annex Gallery, London Metropolitan University (Interesting Times in Venice, ομαδική έκθεση, 2022), Λονδίνο
Αντλώντας από τη λογοτεχνία, τη μυθολογία, το θέατρο και τη φιλοσοφία, η Κανέλλη επινοεί «εσωτερικές γεωγραφίες»: χώρους και χαρακτήρες που λειτουργούν σαν σκηνές ενός ανοιχτού έργου σε εξέλιξη. Η έννοια της μετακίνησης, της εξορίας, της επιστροφής και της ύβρεως επανέρχεται όχι ως αναφορά στο παρελθόν, αλλά ως εργαλείο κατανόησης του παρόντος και των τρόπων με τους οποίους το σώμα, η μνήμη και η αφήγηση χαράσσουν τον χώρο.
Η παρούσα συνομιλία μας αποτυπώνει αυτή τη σύνθετη καλλιτεχνική σκέψη όχι ως θεωρητικό σχήμα, αλλά ως βιωμένη διαδικασία. Μέσα από τις απαντήσεις της, η Θεοδώρα Κανέλλη μας προσκαλεί να διασχίσουμε το έργο της όπως έναν χάρτη χωρίς σταθερό προορισμό: με επιστροφές, αποκλίσεις και μετατοπίσεις, όπου η ζωγραφική παραμένει το κατεξοχήν πεδίο κατοίκησης και το εργαστήριο —το πραγματικό καταφύγιο— ο τόπος όπου η εμπειρία ανασυντίθεται και ξαναγράφεται.

Ζωγραφική με μικτή τεχνική (λάδι, παστέλ, διάφορα πλαστικά, ύφασμα, διάφανο χαρτί κ.ά.).
Διαστάσεις: 117 × 113 εκ. & 88 × 113 εκ.
Παρουσιάστηκε στην Beaux-Arts de Paris (Itinéraire d’une hybris, ατομική έκθεση στο πλαίσιο του διπλώματος DNSAP, 2018), Παρίσι
-Θεοδώρα, στο πρότζεκτ Dialogues des femmes exilées εστιάζετε στην κινητικότητα, το ανήκειν και τη μητρική γλώσσα. Πώς μεταφράζονται αυτά τα ζητήματα σε εικαστικές μορφές;
-Σ’αυτό το πρότζεκτ εστιάζω στην κινητικότητα, το ανήκειν και τη μητρική γλώσσα. Το έργο προέκυψε ως συνέχεια ενός προηγούμενου project που υλοποίησα το 2019 στην Αθήνα, στο οποίο σχεδίασα ένα καταστατικό παιχνίδι με συμβολικά αντικείμενα, χάρτες και κανόνες, ώστε μαζί με άλλες δύο καλλιτέχνιδες να διερευνήσουμε την οικειοποίηση του χώρου.
Κάθε συμμετέχουσα αναζητούσε ένα «καταφύγιο» μέσα στον αστικό λαβύρινθο γεμάτο μύθους και λογοτεχνικές αναφορές. Το αποτέλεσμα αυτής της έρευνας ήταν η δημοσίευση του βιβλίου Hurlons, dit le chien (Institut Français de Grèce, 2022), σε συνεργασία με την εικαστικό Lise Thiollier.
Το Dialogues des femmes exilées, που υλοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στη Cité Internationale des Arts στο Παρίσι, μου επέτρεψε να προσεγγίσω πιο θεωρητικά ζητήματα που με ενδιαφέρουν και βρίσκονται επίσης στο έργο των καλλιτεχνών που με εμπνέουν: η δημιουργική διαδικασία, η εξορία, η μητρική γλώσσα, η εμπειρία του πολέμου, αλλά και η διπλή ζωή. Επέλεξα τις Αγγελικής Ιονάτου και Etel Adnan γιατί στη δουλειά τους αυτά τα ζητήματα εκφράζονται με διαφορετικούς τρόπους: στην Ionatos το τραγούδι γίνεται χώρος-καταφύγιο, ενώ στην Adnan η λογοτεχνία και η ζωγραφική δημιουργούν παράλληλους κόσμους.
Η διαδικασία αυτή βασίστηκε σε ένα «aller-retour» μεταξύ Γαλλίας και Ελλάδας, που ήταν καθοριστική για την υλοποίηση του έργου και μου επέτρεψε να αλλάξω οπτική και βιωματική προσέγγιση. Στο πρώτο έργο συμμετέχω ενεργά ως παίκτρια, ενώ στο δεύτερο παρατηρώ από απόσταση την πορεία των δύο γυναικών. Χάρη σε αυτή την εμπειρία, μπόρεσα να συνδέσω την πρακτική εξερεύνηση του χώρου στην Αθήνα με τη θεωρητική ανασκόπηση στο Παρίσι, εμβαθύνοντας στα ζητήματα της κινητικότητας, του ανήκειν και της προσωπικής ανασύνθεσης.
Μέσα από αυτή τη διαδικασία, οι έννοιες που με ενδιαφέρουν — οικειοποίηση χώρου, εξορία, ανήκειν και προσωπική ανασύνθεση — αποτυπώνονται στη δομή και την οργάνωση του έργου και μεταφράζονται σε εικαστικές μορφές.

Καλλιτεχνικό βιβλίο σε συνεργασία με την Lise Thiollier. Φωτογραφίες και αντικείμενα από την έκδοση.
Δημοσιεύτηκε από την Keda Press (εκδοτικός οίκος, Θεσσαλονίκη) και διανεμήθηκε από After 8 Books, Le Monte-en-l’air και Yvon Lambert, Παρίσι.
-Οι ιστορίες της Αγγελικής Ιονάτου και της Etel Adnan αποτέλεσαν αφετηρία. Τι ρόλο παίζουν οι γυναικείες αφηγήσεις εξορίας στη δική σας καλλιτεχνική σκέψη;
-Οι αφηγήσεις μετακίνησης —είτε πρόκειται για εξορία είτε για εκούσια μετακίνηση— με ενδιαφέρουν γενικά, γιατί δείχνουν πώς η εμπειρία της μετακίνησης, της εγκατάλειψης ή της επανακατοίκησης αφήνει ίχνη στη μνήμη και στον χώρο. Πέρα από τα ίχνη, με ενδιαφέρει επίσης η σύνθεση εκ νέου —πώς δηλαδή η δημιουργία νέων σχέσεων, τόπων και συνθηκών μπορεί να γεννηθεί μέσα από αυτή την εμπειρία.
Στη δουλειά μου αυτές οι ιστορίες λειτουργούν ως αφετηρία για να δημιουργήσω τα δικά μου έργα μέσα από την εικαστική πρακτική, εξερευνώντας πώς προσωπικές ιστορίες και συλλογικά βιώματα μπορούν να διαμορφώσουν εικαστικά «τοπία» που αφήνουν χώρο για την εμπλοκή του θεατή.

-Έχετε κινηθεί ανάμεσα στη ζωγραφική, την εγκατάσταση, το βιβλίο και τη σκηνογραφία. Πώς αλλάζει ο τρόπος σκέψης σας όταν περνάτε από τον λευκό καμβά στη θεατρική σκηνή ή στο έντυπο μέσο;
-Παρόλο που έχω ασχοληθεί με εικαστική εγκατάσταση, βιβλίο και σκηνογραφία, σκέφτομαι πρωτίστως ως ζωγράφος. Η μέθοδός μου είναι πολυεπίπεδη και επηρεάζεται και από το αρχιτεκτονικό μου υπόβαθρο. Αυτό που αλλάζει ανάλογα με το μέσο είναι η «γλώσσα» του έργου — τα μέσα προσαρμόζονται στο πλαίσιο, ενώ η βασική προσέγγιση, η δομή, η σύνθεση και οι θεματικές μου παραμένουν οι ίδιες. Το κύριο μέσο έκφρασής μου, ωστόσο, παραμένει πάντα η ζωγραφική.
-Το βιβλίο Hurlons, dit le chien… λειτουργεί σαν ένα «καταστασιακό» παιχνίδι με μυθολογικούς σκύλους-οδηγούς. Τι σας ελκύει στη μορφή του βιβλίου ως εικαστικού χώρου;
-Το Hurlons, dit le chien… λειτουργεί σαν ένα «καταστασιακό» παιχνίδι, όπου ο αναγνώστης κινείται μέσα στον χώρο που δημιουργείται από την αφήγηση και τις εικόνες, ανακαλύπτοντας σχέσεις, μοτίβα και νέες συνδέσεις. Το έργο ξεκίνησε σαν συλλογικό παιχνίδι στην Αθήνα και εξελίχθηκε σε βιβλίο σε συνεργασία με την καλλιτέχνιδα Lise Thiollier και τον εκδοτικό οίκο Keda Press στη Θεσσαλονίκη.
Στο βιβλίο συνυπάρχουν διαφορετικά μέσα —ποιητικά και δοκιμιακά κείμενα, ζωγραφικά στοιχεία, φωτογραφίες, διαγράμματα— που λειτουργούν σαν ένας διπλός χάρτης, όπου οι αφηγήσεις και τα στοιχεία αναδιπλώνονται και ανακαλύπτονται ξανά κατά την ανάγνωση. Με ελκύουν ιδιαίτερα τα καλλιτεχνικά βιβλία, γιατί δημιουργούν έναν συγκεντρωμένο εικαστικό χώρο, προσβάσιμο και συμμετοχικό, όπου αφήγηση και εικόνα συνυπάρχουν και αφήνουν χώρο για το παιχνίδι της φαντασίας.

Εικαστική εγκατάσταση 100 σχεδίων A4 (29,7 × 21 εκ.), μικτή τεχνική.
Παρουσιάστηκε στην Beaux-Arts de Paris (Itinéraire d’une hybris, ατομική έκθεση στο πλαίσιο του διπλώματος DNSAP, 2018), Παρίσι
-Διδάξατε ζωγραφική σε μεταπτυχιακούς φοιτητές στο IsdaT. Πώς επηρεάζει η διδασκαλία τη δική σας καλλιτεχνική πρακτική;
-Η πρώτη μου εμπειρία στη Γαλλία, πριν τις σπουδές μου στις Beaux-Arts του Παρισιού, ήταν στο IsdaT στην Τουλούζη, που ήταν και ο πρώτος μου χρόνος σε σχολή καλών τεχνών μετά την αρχιτεκτονική. Όταν επέστρεψα εκεί για να διδάξω ζωγραφική, ασχολήθηκα κυρίως με τις πτυχιακές εργασίες των φοιτητών, μια εμπειρία που υπήρξε πολύ σημαντική για μένα.
Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η διδασκαλία σε όλες τις βαθμίδες, καθώς προϋποθέτει αλληλεπίδραση και αμοιβαία τροφοδότηση μεταξύ διδάσκοντα και διδασκομένου. Η διδασκαλία λειτουργεί για μένα σαν ένα εργαστήριο δημιουργικής σκέψης, γιατί δεν είναι μόνο μετάδοση γνώσης, αλλά και πηγή αναστοχασμού και ανανέωσης και για τη δική μου πρακτική.

Έκθεση σε συνεργασία με την καλλιτέχνιδα Lise Thiollier.
Εικαστική εγκατάσταση που περιλαμβάνει: Les Joueuses (2023), ζωγραφική με λάδι σε καμβά, 70 × 80 εκ.• Running Dogs (2023), λάδι και μικτές τεχνικές σε πολυστυρένιο, 55 × 43 εκ.• καθώς και κουτιά από το έργο Faire un effort pour jouer ton rôle comme il faut (2019).
Παρουσιάστηκε στο L’Atelier W (Hurlons, dit le chien, έκθεση σε συνεργασία με την καλλιτέχνιδα Lise Thiollier, 2023), Παρίσι.
-Ποια θεωρείτε ότι είναι σήμερα η ευθύνη του καλλιτέχνη απέναντι στον χώρο— κοινωνικό, πολιτικό ή συμβολικό;
-Η ευθύνη του καλλιτέχνη απέναντι στον ευρύτερο χώρο — κοινωνικό, πολιτικό ή και συμβολικό — δεν αφορά μόνο το σήμερα, αλλά είναι διαχρονική. Ο καλλιτέχνης καλείται να δημιουργεί σχέσεις και διαλόγους, να διερευνά τον χώρο και τις εμπειρίες που τον συνδέουν με τους ανθρώπους, να εκφράζει καταστάσεις και προβληματισμούς μέσα από τη δική του προσωπική ματιά και το δικό του μέσο έκφρασης, χωρίς όμως να επιβάλλει ερμηνείες. Μέσα από τη δουλειά του μπορεί να προσφέρει νέες οπτικές, να ενεργοποιεί την αντίληψη και να προτείνει χώρους σκέψης και αναστοχασμού.

Καλλιτεχνικό βιβλίο με κείμενα και σχέδια, 40 σελίδων, χειροποίητο, συνοδευόμενο από 100 σχέδια A4.
Παρουσιάστηκε στην Beaux-Arts de Paris (Itinéraire d’une hybris, ατομική έκθεση στο πλαίσιο του διπλώματος DNSAP, 2018), Παρίσι.
-Αν το έργο σας ήταν ένας τόπος καταφυγίου, πώς θα τον περιγράφατε;
-Το καταφύγιο, για μένα, δεν είναι απλώς ένας σταθερός ή κλειστός τόπος, αλλά μια συνθήκη που ενεργοποιείται μέσω της πράξης: της ζωγραφικής, της οργάνωσης των στοιχείων, της αλληλεπίδρασης με τα υλικά. Παράλληλα, προϋποθέτει μια μορφή ασφάλειας — ένα προστατευμένο πλαίσιο μέσα στο οποίο η σκέψη και η χειρονομία μπορούν να ρισκάρουν, να επαναληφθούν και να μεταμορφωθούν.
Το στούντιο και η ίδια η δημιουργική διαδικασία λειτουργούν ως αυτό καθαυτό το καταφύγιο: ένας χώρος όπου σκέψη, έρευνα και πράξη συνυπάρχουν, και όπου η δουλειά γίνεται πεδίο πειραματισμού και ανακάλυψης.
Μέσα από τις στρώσεις, τις μετατοπίσεις και τις επαναλήψεις της ζωγραφικής πράξης, διαμορφώνεται ένας βιωματικός χώρος που μου προσφέρει ασφάλεια και επιτρέπει την παραμονή, τη συγκέντρωση και την ανασύνθεση. Τα υλικά, τα αντικείμενα και η ίδια η αρχιτεκτονική του εργαστηρίου λειτουργούν ως συνομιλητές της διαδικασίας, επηρεάζοντας τον ρυθμό, τις χειρονομίες και τη συγκρότηση του έργου.
Πρόκειται για ένα καταφύγιο που δεν ορίζεται μόνο γεωγραφικά, αλλά ενεργοποιείται κάθε φορά μέσα από τη ζωγραφική διαδικασία — έναν χώρο δηλαδή ορισμένο μεν αλλά «ανοιχτό» και μεταβαλλόμενο, όπου η εμπειρία μνήμης και αφήγησης μπορεί να επαναδιατυπωθεί.

Εικαστική εγκατάσταση σε συνεργασία με τους Chedly Atallah και Théodore Audoire.
Το έργο περιλαμβάνει τις ζωγραφικές συνθέσεις (από αριστερά προς δεξιά):
a) Bateau coupé en deux, 52 × 52 εκ. • b) 13–13, 54 × 54 εκ. • c) Hurlons, dit le chien, 146 × 114 εκ.
Ζωγραφική: λάδι και μικτή τεχνική σε καμβά.
-Τι σας απασχολεί αυτή την περίοδο και προς ποια κατεύθυνση αισθάνεστε ότι κινείται η επόμενη ενότητα της δουλειάς σας;
-Αυτή την περίοδο με απασχολεί κυρίως η ολοκλήρωση μιας σειράς έργων πάνω στην οποία δουλεύω τον τελευταίο καιρό και την αντιλαμβάνομαι ως μια ενιαία ενότητα. Με ενδιαφέρει να αφήσω αυτή τη σειρά να ολοκληρωθεί οργανικά, μέσα από τη ζωγραφική διαδικασία και τη σχέση των έργων μεταξύ τους.
Σε γενικό επίπεδο, με ενδιαφέρει η αφήγηση ως εργαλείο σκέψης και η δυνατότητα της ζωγραφικής να λειτούργει όχι μόνο ως μορφή έκφρασης, αλλά και ως τρόπος οργάνωσης, ταξινόμησης και ανασύνθεσης της εμπειρίας.
Η επόμενη ενότητα της δουλειάς μου φαίνεται να κινείται προς μια πιο έντονη διερεύνηση αυτών των «υβριδικών» μεθόδων, όπου η ζωγραφική παραμένει κεντρική, αλλά συνομιλεί ενεργά με την έρευνα και τη χαρτογραφική σκέψη, ανοίγοντας νέες αφηγηματικές και χωρικές δυνατότητες.

Χαρτογραφώντας τη ρευστότητα: η ζωγραφική της Θεοδώρας Κανέλλη



